constitute Грецька перевод і приклади пропозицій

constitute

вимова
ρήμ. αποτελώ, διορίζω, συγκροτώ, συνιστώ, απαρτίζω, εκλέγω

Приклади пропозицій

The shortcomings also constitute the most comprehensive part of the resolution.
Οι αδυναμίες αποτελούν επίσης το λεπτομερέστερο τμήμα του ψηφίσματος.
вимова вимова вимоваu Report Error!
Theoretically, undeclared work does not constitute grounds to deport a person to their country of origin.
Θεωρητικά, η αδήλωτη εργασία δεν συνιστά αιτία απέλασης ενός προσώπου στη χώρα καταγωγής του.
вимова вимова вимоваu Report Error!
In my view this constitutes a clear example of the fact that a twenty-seven member Europe is capable of social progress.
Κατά την άποψή μου, αυτό αποτελεί σαφές παράδειγμα του ότι η Ευρώπη με τα είκοσι επτά κράτη μέλη είναι ικανή για κοινωνική πρόοδο.
вимова вимова вимоваu Report Error!
That is why I urge the House to adopt Amendment 113, which constitutes a response to all those hoping for aid.
Αυτός είναι ο λόγος που παροτρύνω το Σώμα να εγκρίνει την τροπολογία 113, η οποία αποτελεί απάντηση σε όλους όσοι ελπίζουν στη χορήγηση βοήθειας.
вимова вимова вимоваu Report Error!
In the first instance, health falls within the national remit but, for Europe, it constitutes clear and important added value.
Εν πρώτοις, η υγεία εμπίπτει στο εθνικό πεδίο αρμοδιότητας αλλά, για την Ευρώπη, συνιστά σαφή και σημαντική προστιθέμενη αξία.
вимова вимова вимоваu Report Error!
I recognise that the Treaty of Lisbon constitutes an improvement in certain areas.
Αναγνωρίζω ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας αποτελεί βελτίωση σε μερικούς τομείς.
вимова вимова вимоваu Report Error!
China, as a trading policy power constitutes both a threat and an opportunity.
" Κίνα, ως δύναμη εμπορικής πολιτικής, συνιστά απειλή αλλά και ευκαιρία.
вимова вимова вимоваu Report Error!
(FR) Mr President, Mr Sócrates, I welcome the fact that justice and internal affairs constitute one of the priorities of your Presidency.
(FR) Κύριε Πρόεδρε, κύριε Sócrates, χαιρετίζω το γεγονός ότι η δικαιοσύνη και οι εσωτερικές υποθέσεις αποτελούν μία από τις προτεραιότητες της Προεδρίας σας.
вимова вимова вимоваu Report Error!
The quality of European agricultural products constitutes a piece of heritage that is respected worldwide.
γραπτώς. - (PT) " ποιότητα των ευρωπαϊκών γεωργικών προϊόντων συνιστά ένα στοιχείο κληρονομιάς που γίνεται σεβαστό παγκοσμίως.
вимова вимова вимоваu Report Error!
Indeed, the sale of these images on the Internet constitutes a vile trade worth billions of euros.
Πράγματι, η πώληση των εικόνων αυτών στο διαδίκτυο συνιστά μια επονείδιστη εμπορική συναλλαγή αξίας δισεκατομμυρίων ευρώ.
вимова вимова вимоваu Report Error!
Nevertheless, it constitutes only a first, immediate response to the humanitarian situation.
Ωστόσο, αποτελεί απλώς μια πρώτη, άμεση αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κατάστασης. "
вимова вимова вимоваu Report Error!
I would simply say that it constitutes a kind of non-political roadmap setting out the priorities for our work on the internal market.
Θέλω απλώς να προσθέσω ότι αποτελεί ένα είδος μη πολιτικού οδικού χάρτη στον οποίο καθορίζονται οι προτεραιότητες για το έργο μας στον τομέα της εσωτερικής αγοράς.
вимова вимова вимоваu Report Error!
This code still constitutes a modern and very effective instrument. Its implementation is well established.
Ο εν λόγω κώδικας εξακολουθεί να αποτελεί ένα σύγχρονο και πολύ αποτελεσματικό εργαλείο. " εφαρμογή του είναι καλά καθιερωμένη.
вимова вимова вимоваu Report Error!
Here we are already in the budget procedure proper and the vote here will constitute the final result.
Εδώ βρισκόμαστε ήδη στη διαδικασία προϋπολογισμού αυτή καθαυτή και η ψηφοφορία αυτή θα αποτελέσει το τελικό αποτέλεσμα.
вимова вимова вимоваu Report Error!
This regulation constitutes an important framework which needs to be developed upon by the respective Member States.
Ο εν λόγω κανονισμός συνιστά σημαντικό πλαίσιο, το οποίο πρέπει να αναπτυχθεί από τα αντίστοιχα κράτη μέλη.
вимова вимова вимоваu Report Error!
This would constitute unforgivable irresponsibility, the consequences of which are incalculable and do not only affect the United States.
Αυτό συνιστά ασυγχώρητη ανευθυνότητα, οι συνέπειες της οποίας είναι ανυπολόγιστες και δεν πλήττουν μόνο τις "νωμένες Πολιτείες.
вимова вимова вимоваu Report Error!
Logistical activities taken as a whole constitute 13% of GDP in the EU.
Οι δραστηριότητες εφοδιαστικής, συνολικά, αντιστοιχούν στο 13% του ΑΕγχΠ στην ΕΕ.
вимова вимова вимоваu Report Error!
We also strongly reject his accusation that what we are doing here constitutes an attack against a sovereign country.
Απορρίπτουμε επίσης σθεναρά την κατηγορία του ότι αυτό που κάνουμε εδώ συνιστά επίθεση κατά κυρίαρχου κράτους.
вимова вимова вимоваu Report Error!
In June 2006, Amnesty International proved that this type of practice did in fact constitute a crime against humanity.
Τον Ιούνιο του 2006, η Διεθνής Αμνηστία απέδειξε ότι αυτό το είδος πρακτικής συνιστά στην πραγματικότητα έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.
вимова вимова вимоваu Report Error!
In the case constituting the immediate cause for this debate, the products in question are toys from China.
Στην περίπτωση που συνιστά την άμεση αφορμή για τη συζήτησή μας, τα εν λόγω προϊόντα είναι παιγνίδια από την Κίνα.
вимова вимова вимоваu Report Error!
Dictionary Extension
Поділитися
Синоніми
1. found: establish, create, develop, organise, organize
2. empower: commission, appoint, authorise, authorize, delegate
3. draft: enact, decree, legislate, order
4. make up: compound, frame, compose, aggregate
Часи дієслова
Present participle: constituting
Present: constitute (3.person: constitutes)
Past: constituted
Future: will constitute
Present conditional: would constitute
Present Perfect: have constituted (3.person: has constituted)
Past Perfect: had constituted
Future Perfect: will have constituted
Past conditional: would have constituted