being

вимова
ουσ. ο, ύπαρξη, ουσία, ζωή, υπόσταση

Приклади пропозицій

The road to Julius Caesar's camp was rough and full of potholes.
Ο δρόμος προς το στρατόπεδο του Ιουλίου Καίσαρα ήταν δύσκολος και γεμάτος λακκούβες.
вимова вимова вимоваu Report Error!
I was bouncing around in the back of the wagon like a bag full of rags.
Πήγαινα πέρα δώθε στο πίσω μέρος της άμαξας σαν μια τσάντα γεμάτη κουρέλια.
вимова вимова вимоваu Report Error!
Here I was, wrapped up in a Persian rug, packed in tightly between bags of grain, a crate of vegetables and a dozen cages of cackling hens.
Ήμουν εδώ, τυλιγμένη σε ένα Περσικό χαλί, συσκευασμένο σφιχτά ανάμεσα σε σάκους με σιτηρά, σε ένα κιβώτιο με λαχανικά και μια ντουζίνα κλουβιά από κότες που κακάριζαν.
вимова вимова вимоваu Report Error!
The lighthouse was made of white marble.
Ο φάρος ήταν φτιαγμένος από λευκό μάρμαρο.
вимова вимова вимоваu Report Error!
It was one hundred and fifty meters high.
Είχε ύψος εκατόν πενήντα μέτρα.
вимова вимова вимоваu Report Error!
This was the city that Alexander the Great had built and now it was mine!
Αυτή ήταν η πόλη που έχτισε ο Μέγας Αλέξανδρος και τώρα ήταν δική μου!
вимова вимова вимоваu Report Error!
Suddenly my thoughts were interrupted by the sound of movement at the door of my room.
Ξαφνικά τις σκέψεις μου διέκοψε ο ήχος κάποιας κίνησης στην πόρτα του δωματίου μου.
вимова вимова вимоваu Report Error!
They were here to dress me in my new garments befitting my Pharaoh status.
Είχαν έρθει για να με ντύσουν με τα νέα μου ρούχα που ταίριαζαν με τον τίτλο μου ως Φαραώ.
вимова вимова вимоваu Report Error!
You will be wearing a chiton, in the finest of Greek linens, embroidered on its edges and dyed in bright vibrant colours.
Εσείς θα φοράτε χιτώνα, από τα καλύτερα Ελληνικά υφάσματα, κεντημένο στις άκρες και βαμμένα με έντονα και ζωντανά χρώματα.
вимова вимова вимоваu Report Error!
Your dress will be pulled in at the waist with a belt made from leather and studded with jewels.
Το φόρεμα σας θα δένει στη μέση με μια ζώνη φτιαγμένη από δέρμα και στολισμένη με πολύτιμα πετράδια.
вимова вимова вимоваu Report Error!

Синоніми

1. essence: substance, nature, marrow, principle, quintessence
2. existence: presence, life, reality, actuality, animation
3. entity: animal, human, spirit, soul, god



dictionary extension
© dictionarist.com