business

вимова
ουσ. εργασία, δουλειά, ενασχόληση, εμπόριο, επιχείρηση, υπόθεση

Приклади пропозицій

There are teenagers who start their own business.
Υπάρχουν έφηβοι που ξεκινούν τη δική τους επιχείρηση.
вимова вимова вимоваu Report Error!
He also loves design and business.
Αγαπάει επίσης το σχεδιασμό και τις επιχειρήσεις.
вимова вимова вимоваu Report Error!
He runs his own food business, ‘Eureka’.
Διευθύνει τη δική του επιχείρηση τροφίμων, «Εύρηκα».
вимова вимова вимоваu Report Error!
He plans to go to university and continue business studies.
Σχεδιάζει να πάει στο πανεπιστήμιο και να συνεχίσει τη μελέτη των επιχειρήσεων.
вимова вимова вимоваu Report Error!
Today, many businesses use his face and website for advertising.
Σήμερα, πολλές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν το πρόσωπο και την ιστοσελίδα του για διαφήμιση.
вимова вимова вимоваu Report Error!
My husband has his own business of trading cars, and he has various shops in different counties.
Ο σύζυγός μου έχει τη δική του επιχείρηση εμπορίας αυτοκινήτων, και έχει διάφορα καταστήματα σε διαφορετικές πολιτείες.
вимова вимова вимоваu Report Error!
I love to travel, but as I run my own business, I cannot travel frequently.
Μου αρέσει να ταξιδεύω, αλλά καθώς έχω τη δική μου επιχείρηση, δεν μπορώ να ταξιδεύω συχνά.
вимова вимова вимоваu Report Error!
Well, actually it is a small family business: a restaurant.
Λοιπόν, στην πραγματικότητα είναι μια μικρή οικογενειακή επιχείρηση: ένα εστιατόριο.
вимова вимова вимоваu Report Error!
When I used to visit Japan for business or with work, one of the things that would leave an impression on me was the country’s human and personal relationships.
Όταν επισκεπτόμουν την Ιαπωνία για επαγγελματικούς λόγους ή με τη δουλειά, ένα από τα πράγματα που μου έκαναν εντύπωση ήταν οι ανθρώπινες και προσωπικές σχέσεις σε αυτή τη χώρα.
вимова вимова вимоваu Report Error!
First of all, you had the whole etiquette and protocol associated with the business world, which doesn’t resemble the occidental one at all!
Πρώτα από όλα, υπήρχε όλο το πρωτόκολλο και το πρότυπο συμπεριφοράς που σχετίζεται με τον επιχειρηματικό κόσμο, που δε μοιάζει καθόλου με το δυτικό!
вимова вимова вимоваu Report Error!




dictionary extension
© dictionarist.com