essential

вимова
επίθ. ουσιώδης

Приклади пропозицій

The article she read recommended keeping only the bare essentials, or in other words, only the things necessary to live.
Το άρθρο που διάβασε συνιστούσε να κρατάς μόνο τα απολύτως απαραίτητα, ή με άλλα λόγια, μόνο τα απαραίτητα για τη ζωή.
вимова вимова вимоваu Report Error!
Aromatherapy works by burning essential oils or rubbing oil onto the skin.
Η αρωματοθεραπεία λειτουργεί με την καύση αιθέριων ελαίων ή το τρίψιμο του ελαίου πάνω στο δέρμα.
вимова вимова вимоваu Report Error!
It's essential that you eat more vegetables.
Είναι πολύ σημαντικό να τρώτε πολλά λαχανικά.
вимова вимова вимоваu Report Error!
Just do the essential repairs, please.
Κάντε παρακαλώ μόνο τις απαραίτητες επιδιορθώσεις!
вимова вимова вимоваu Report Error!
It is essential that flights in Europe should be better coordinated.
Είναι σημαντικό οι πτήσεις στην Ευρώπη να είναι καλύτερα συντονισμένες.
вимова вимова вимоваu Report Error!
I fully agree that it is essential to uphold the precautionary principle.
Συμφωνώ απόλυτα ότι έχει ζωτική σημασία να ενστερνιστούμε την αρχή της προφύλαξης.
вимова вимова вимоваu Report Error!
We will of course consult with you: it is essential to have discussions with the European Parliament.
Φυσικά, θα διαβουλευτούμε μαζί σας: οι συζητήσεις με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι απαραίτητες.
вимова вимова вимоваu Report Error!
- Madam President, defined external frontiers are the essential attribute of nationhood.
- Κυρία Πρόεδρε, τα καθορισμένα εξωτερικά σύνορα αποτελούν ουσιώδες χαρακτηριστικό του κράτους.
вимова вимова вимоваu Report Error!
This makes it essential that greater consideration be given to problems specific to women.
Έτσι, είναι ουσιαστικό να δοθεί μεγαλύτερη σημασία στα προβλήματα που αφορούν τις γυναίκες.
вимова вимова вимоваu Report Error!
The right for someone to freely express their religious belief is essential in any democratic society.
Το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης των θρησκευτικών πεποιθήσεων είναι ουσιώδες σε κάθε δημοκρατική κοινωνία.
вимова вимова вимоваu Report Error!

Синоніми

1. fundamental: key, basic, primary, cardinal, elementary
2. necessary: needed, indispensable, required, imperative, vital
3. rudiment: necessity, basic, fundamental, element, necessary



dictionary extension
© dictionarist.com