necessity

вимова
ουσ. αναγκαιότητα, ανάγκη, χρεία

Приклади пропозицій

Necessity is the mother of invention.
Πενία τέχνας κατεργάζεται.
вимова вимова вимоваu Report Error!
It is not just a success story: it is also a story of the necessity to correct mistaken trends as understanding increases.
Δεν πρόκειται απλά για μια επιτυχία: είναι επίσης ενδεικτικό της ανάγκης να διορθώσουμε εσφαλμένες τάσεις όσο αυξάνεται η γνώση.
вимова вимова вимоваu Report Error!
This is a central question and a major necessity.
Αυτό είναι ένα καίριο ζήτημα και μια βασική αναγκαιότητα.
вимова вимова вимоваu Report Error!
It is plain for all to see that harmonising copyright in the European Union has become an urgent necessity.
Είναι προφανές σε όλους ότι η εναρμόνιση των κανόνων πνευματικής ιδιοκτησίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει καταστεί επείγουσα ανάγκη.
вимова вимова вимоваu Report Error!
This legislation is just a Band-Aid in terms of the necessity out there.
Αυτή η νομοθεσία δεν είναι παρά ένα κουτί πρώτων βοηθειών από πλευράς της αναγκαιότητας που υπάρχει.
вимова вимова вимоваu Report Error!
There is an economic necessity underpinning all of this.
Σε αυτήν την υπόθεση υπάρχει μια οικονομική αναγκαιότητα.
вимова вимова вимоваu Report Error!
The individual modernisation of these flats is an absolute necessity if we want to improve energy efficiency.
Ο μεμονωμένος εκσυγχρονισμός αυτών των διαμερισμάτων αποτελεί απόλυτη αναγκαιότητα, αν θέλουμε να βελτιώσουμε την ενεργειακή απόδοση.
вимова вимова вимоваu Report Error!
In fact, the purpose and necessity of a number of provisions in the present agreement can still be called into question.
Στην πραγματικότητα, ο σκοπός και η αναγκαιότητα ενός αριθμού διατάξεων στην παρούσα συμφωνία μπορούν, ωστόσο, να αμφισβητηθούν.
вимова вимова вимоваu Report Error!
The influence of the European Parliament in the formation of the institute's team and constant parliamentary control are a necessity.
Η επιρροή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στη διαμόρφωση της ομάδας του ινστιτούτου και ο συνεχής κοινοβουλευτικός έλεγχος αποτελούν αναγκαιότητα.
вимова вимова вимоваu Report Error!
The justification for the aid, namely the necessity to undertake excessively expensive work, still exists.
Η αιτιολογία για αυτή την ενίσχυση, δηλαδή η αναγκαιότητα ανάληψης υπερβολικά δαπανηρού έργου, εξακολουθεί να υπάρχει.
вимова вимова вимоваu Report Error!

Синоніми

1. requirement: qualification, demand, vital part, postulate, essential, imperative, necessary
2. need
3. fate: compulsion, destiny, inevitability, karma, kismet
4. exigency: indigence, pinch, need, stress, neediness, urgency


dictionary extension
© dictionarist.com