requisite

вимова
ουσ. απαιτούμενο
επίθ. αναγκαίος, χρειώδης, απαιτούμενος

Приклади пропозицій

It is right to stress that an energy supply is a vital pre-requisite for participation in economic and social life.
Είναι σωστό να τονιστεί ότι ο ενεργειακός εφοδιασμός είναι προϋπόθεση ζωτικής σημασίας για τη συμμετοχή στην οικονομική και κοινωνική ζωή.
вимова вимова вимоваu Report Error!
Because the annexes are not binding, Member States can arrange the requisite procedures for themselves.
Επειδή τα παραρτήματα δεν είναι δεσμευτικά, τα κράτη μέλη μπορούν να ρυθμίσουν μόνα τους τις απαιτούμενες διαδικασίες.
вимова вимова вимоваu Report Error!
It did not include in the Irish referendum the requisite measures to be taken by the Commission which it has just set out for us.
Δεν περιέλαβε στο ιρλανδικό δημοψήφισμα τα αναγκαία μέτρα τα οποία πρέπει να λάβει η Επιτροπή και τα οποία μόλις μας παρουσίασε.
вимова вимова вимоваu Report Error!
The Union is open to any European state that wants to join and meets the requisite criteria such as democracy and human rights.
Ένωση είναι ανοικτή σε οιοδήποτε ευρωπαϊκό κράτος που επιθυμεί να ενταχθεί και πληροί τα απαιτούμενα κριτήρια όπως η δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα.
вимова вимова вимоваu Report Error!
Let us be honest with ourselves. Coherence is a requisite for credibility.
Δεν πρέπει να τρέφουμε αυταπάτες. " συνέπεια είναι προϋπόθεση της αξιοπιστίας.
вимова вимова вимоваu Report Error!
That includes wholesome food from a healthy environment as well as the requisite amount of exercise.
Σε αυτό περιλαμβάνονται τα υγιεινά τρόφιμα από ένα υγιεινό περιβάλλον, καθώς και το αναγκαίο επίπεδο σωματικής άσκησης.
вимова вимова вимоваu Report Error!
The requisite authorisation was obtained from the competent quaestor, Mr Fazakas, before the poster went on display.
75. " απαιτούμενη έγκριση χορηγήθηκε από τον αρμόδιο κοσμήτορα, τον κ. Fazakas, πριν από την ανάρτηση της αφίσας.
вимова вимова вимоваu Report Error!
Moreover, employing staff without complying with the requisite formalities also encourages unfair competition.
Επιπλέον, η απασχόληση προσωπικού χωρίς συμμόρφωση με τις επιβεβλημένες διατυπώσεις ενθαρρύνει επίσης τον αθέμιτο ανταγωνισμό.
вимова вимова вимоваu Report Error!
The straitjacket of Agenda 2000 will not provide you with the requisite means.
Το καταδυναστευτικό πλαίσιο της Ατζέντα 2000 δεν θα σας προσφέρει τα απαραίτητα μέσα.
вимова вимова вимоваu Report Error!
The study carried out under the Grotius programme by An Wergens provides the requisite basic information.
Η μελέτη που πραγματοποίησε η An Wergens στα πλαίσια του προγράμματος Grotius μας παρέχει τις αναγκαίες πληροφορίες στα πλαίσια αυτά.
вимова вимова вимоваu Report Error!

Синоніми

1. requirement: necessity, need, demand
2. required: compulsory, mandatory, imperative, needed, indispensable, essential, necessary



dictionary extension
© dictionarist.com