traffic

вимова
ουσ. δοσοληψία, εμπόριο, κυκλοφορία, μεταφορά, συγκοινωνία, τροχαία κίνηση, τροχαία κυκλοφορία, κίνηση, κίνηση εις τους δρόμους
ρήμ. εμπορεύομαι

Приклади пропозицій

When we left, we drove without knowing well into a road with less traffic.
Όταν φύγαμε, οδηγήσαμε χωρίς ξέρουμε καλά σε ένα δρόμο με λιγότερη κίνηση.
вимова вимова вимоваu Report Error!
After some time, we arrived at a place with much more traffic.
Μετά από λίγη ώρα, φτάσαμε σε ένα μέρος με πολύ περισσότερη κυκλοφορία.
вимова вимова вимоваu Report Error!
He had a traffic accident.
Αυτός είχε ένα ατύχημα.
вимова вимова вимоваu Report Error!
Human trafficking is a crime.
Η διακίνηση ανθρώπων είναι ένα έγκλημα.
вимова вимова вимоваu Report Error!
I lost my wife in a traffic accident.
Έχασα τη γυναίκα μου σε τροχαίο ατύχημα.
вимова вимова вимоваu Report Error!
I was involved in a traffic accident.
Ενεπλάκην σε ατύχημα.
вимова вимова вимоваu Report Error!
The road was clear of traffic.
Ο δρόμος δεν είχε φόρτο κυκλοφορίας.
вимова вимова вимоваu Report Error!
The traffic light changed to red.
Το φανάρι άναψε κόκκινο.
вимова вимова вимоваu Report Error!
Traffic accidents happen daily.
Τροχαία ατυχήματα συμβαίνουν καθημερινά.
вимова вимова вимоваu Report Error!
Traffic accidents happen every day.
Τροχαία ατυχήματα συμβαίνουν καθημερινά.
вимова вимова вимоваu Report Error!

Синоніми

1. transit: transportation, travel, movement, influx, passage
2. trade: commerce, business, transactions, exchange



dictionary extension
© dictionarist.com